επενδύτης

επενδύτης
επενδύτης ο
см. ενδυτή

Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко). 2013.

Смотреть что такое "επενδύτης" в других словарях:

  • ἐπενδύτης — robe masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επενδύτης — ο (AM ἐπενδύτης) [επενδύω] πανωφόρι νεοελλ. 1. χοντρό πανωφόρι 2. κοντή χλαίνη αρχ. χιτώνας που φοριόταν πάνω από άλλο χιτώνα («καὶ ἐξεδύσαντο Ἰωνάθαν τὸν ἐπενδύτην τὸν ἐπάνω», ΠΔ) …   Dictionary of Greek

  • επενδυτής — ο θηλ. ύτρια αυτός που επενδύει τα χρήματά του κάπου, ο χρηματοδότης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επενδύτης — ο πανωφόρι, κοντογούνι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπενδυτῶν — ἐπενδύτης robe masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπενδύταις — ἐπενδύτης robe masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπενδύτῃ — ἐπενδύτης robe masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ενδυμασία — Το σύνολο των αντικειμένων –οποιουδήποτε υλικού ή τρόπου κατασκευής– που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να ντύνεται και να στολίζεται. Για πολύ καιρό, ιδιαίτερα σε περιοχές τις οποίες ευνοούσε το θερμό κλίμα, οι άνθρωποι δεν ένιωθαν την ανάγκη να… …   Dictionary of Greek

  • VESTIS — primi hominis innocentia fuit, cui postquam iniquitas successit, vidit se nudum esse, et consutis foliis fecit sibi subligacula, Genes. c. 3. v. 7. ut sic membris minime honestis honorem circumponeret, prout loquitur Paulus 1. Corinth. c. 12. v.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Σποράδες — Έτσι ονομάζονταν στην αρχαιότητα τα κατασπαρμένα νησιά του Αιγαίου, του Κρητικού και του Καρπάθιου πελάγους, σε αντίθεση προς το νησιωτικό κύκλο, που περιέκλειε τη Δήλο. Στα νεώτερα χρόνια είχε επικρατήσει να ονομάζονται Ανατολικές Σ. τα κατά… …   Dictionary of Greek

  • αβδίον — ἀβδίον, το (Μ) βυζαντινό ένδυμα, πιθανώς μάλλινος επενδύτης χωρίς μανίκια, με λευκές και γκρίζες ρίγες. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., πιθ. αραβ. ‘abā’, πληθ. a ‘bi’a ή ‘abā’a, πληθ. āt (= μάλλινος επενδύτης χωρίς μανίκια)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»